Πέμπτη, 2 Απριλίου 2020

ΤΟ ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΑΚΙ





                                              Αφιερωμένο
                                             στα εγγονάκια μου
                                           και σε όλα τα παιδάκια


  
ΤΟ  ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΑΚΙ
Μαριάνθη Καραφύλλη

        Μια φορά στη γειτονιά μας ήταν ένα παιδάκι, που το έλεγαν Χιονανθρωπάκι.
        Το Χιονανθρωπάκι ήταν πολύ έξυπνο, αλλά το ΄χε σε κακό να κάτσει δυο λεπτά ήσυχο, να ξαποστάσει αυτό και οι γύρω του, όπως όλοι οι άνθρωποι. Πού το έχανες, πού το έβρισκες, όλο και σε κανένα ντουλάπι της κουζίνας θα ήταν χωμένο, να ψάχνει για κανένα δωράκι, ενώ τα κατσαρολικά της μαμάς έκαναν βουνό απ’ έξω….


…. ή σε καμιά ντουλάπα, να κάνει πόλεμο με τα ρούχα και να αραδιάζει τους εχθρούς του στο πάτωμα.

     

Η καημένη η μαμά του δεν προλάβαινε να συνέλθει από το ένα χτυποκάρδι και άρχιζε το άλλο.

Μια το κατέβαζε από το τελευταίο ράφι της βιβλιοθήκης, μόλις αυτή ήταν έτοιμη να το εκδικηθεί για την αταξία του και να το ρίξει κάτω…….


……και μια το προλάβαινε ακριβώς τη στιγμή που με το δάχτυλο στην πρίζα προσπαθούσε να εξερευνήσει το μυστήριο που έκρυβαν οι δυο τρυπούλες της.


Τόσο πολλά ήταν αυτά που έπρεπε να κατακτήσει το Χιονανθρωπάκι, ώστε δεν του έμενε λεπτό ούτε να φάει ακόμα.

«Χιονανθρωπάκι το τραπέζι είναι έτοιμο».
«Δεν πεινώ ακόμα» έλεγε το  Χιονανθρωπάκι, ενώ προσπαθούσε να σκαρώσει μια ζαβολιά στη γατούλα τους.

«Χιονανθρωπάκι το φαγητό θα κρυώσει».

«Κρύο θα το φάω».

«Χιονανθρωπάκι η οικογένεια τρώει όλη μαζί»

«Θα σας προλάβω» απαντούσε το Χιονανθρωπάκι.

        Τόση ήταν η ανυπακοή του, που μερικές φορές έκανε και τη μανούλα του, που το αγαπούσε τόσο πολύ, να χάνει την υπομονή της και να του φέρεται άσχημα.
  
        Αλλά κι ο αδελφούλης του δεν περνούσε καλύτερα. Ούτε ένα παιχνίδι του δεν προλάβαινε να ζήσει πάνω από μια μέρα, από τότε που το Χιονανθρωπάκι ανακάλυψε το μαγικό κόσμο του μπουσουλίσματος. Ούτε χώρο να παίξει δεν έβρισκε,

αφού στο δωμάτιό τους συνέχεια έκαναν βουναλάκια τα παιχνίδια που πετούσε εδώ κι εκεί το Χιονανθρωπάκι, στη βιασύνη του να τα ανακαλύψει όλα, να τα εξερευνήσει όλα σε μια μέρα, λες και δεν θα υπήρχαν άλλες.

        Ούτε να διαβάσει όμως μπορούσε ο αδελφούλης του. Το Χιονανθρωπάκι δεν καταλάβαινε το παράξενο αυτό παιχνίδι του αδελφού του, που του τον στερούσε για πολλές ώρες!! Τον λυπόταν τον αδελφούλη του να ζορίζεται και να στεναχωριέται τόσες ώρες. Γι’ αυτό φρόντιζε να τον διασκεδάζει. Τον τσιμπούσε, τον γαργαλούσε, του έκανε τη μαϊμού και δεν καταλάβαινε γιατί ο αδελφούλης του θύμωνε, αντί να τον ευχαριστεί κιόλας, όπως δεν καταλάβαινε ότι μ’ αυτά του τα καμώματα έκανε δυστυχισμένους όλους τους γύρω του, που το αγαπούσαν.

Και η κατάσταση χειροτέρευε!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
       
Όμως όλα αυτά τα έβλεπε, χωρίς να το ξέρει το Χιονανθρωπάκι, και η καλή νεράιδα του σπιτιού τους,
που αποφάσισε να επέμβει.

Έτσι όταν εκείνο το βράδυ το Χιονανθρωπάκι, κουρασμένο από τον πόλεμο της ημέρας και από τις υπερωρίες που είχε γράψει, αποφάσισε να κάνει ανακωχή και να συμφιλιωθεί επιτέλους με το κρεβάτι του, η καλή νεράιδα δεν έχασε καιρό και παρουσιάστηκε μπροστά του. Αφού του συστήθηκε, του πρότεινε να καθίσουν  να δουν μαζί μια ταινία που η ίδια είχε τραβήξει.


Πάτησε ένα κουμπί και μπροστά στα μάτια του εμφανίστηκε, ποιο νομίζετε; Το σπίτι τους.

 Να κι ένα παιδάκι που μπαίνει μέσα στο δωμάτιο σαν σίφουνας. Ανοίγει ντουλάπια, πετάει στο πάτωμα πράγματα, σπάει, ρημάζει.
Γυρίζει το πρόσωπό του και το Χιονανθρωπάκι έκπληκτο αναγνωρίζει τον εαυτό του.
       
Η κάμερα πηγαίνει στο άλλο δωμάτιο. Η μαμά του κλαίει και ο μπαμπάς του συλλογίζεται λυπημένος.


Μέσα στα αναφιλητά της μαμάς του ξεδιαλύνει το όνομά του.

Η κάμερα δείχνει τώρα το σχολείο του αδελφού του και προχωρά στην τάξη του. Ο δάσκαλος σηκώνει τον αδελφό του στο μάθημα κι αυτός δεν μπορεί να αρθρώσει λέξη. Ο δάσκαλος τον μαλώνει και ο αδελφούλης του κάθεται στο θρανίο του και κλαίει ασταμάτητα.
 «Γιατί δεν διάβασε το μάθημά του;» ρωτάει το Χιονανθρωπάκι τη νεράιδα.
 «Εγώ όταν μεγαλώσω θα ξέρω πάντα τα μαθήματά μου».

Η νεράιδα αντί για άλλη απάντηση του δείχνει στην οθόνη, σ’ ένα άλλο δωμάτιο του σπιτιού, τον αδελφούλη του να προσπαθεί να διαβάσει και το Χιονανθρωπάκι να του κάνει τη μαϊμού!!!



«Καταλαβαίνεις τώρα πως χωρίς να το θέλεις, κάνεις τους άλλους δυστυχισμένους;» του λέει η νεράιδα.
«Σ’ αρέσει να κάνεις ανθρώπους που σε αγαπούν, να υποφέρουν;»

«Και βέβαια όχι» απαντά το Χιονανθρωπάκι

«Και Ποτέ – Ποτέ – Ποτέ δεν θα ξανακάνω τα ίδια πράγματα».

«Μη μ’ απογοητεύσεις» λέει πάλι η νεράιδα.
«Αν συνεχίσεις έτσι, θα είμαι πολύ αυστηρή μαζί σου. Σ’ αγαπάω, όπως αγαπάω και όλους σ’ αυτό το σπίτι και σας θέλω ευτυχισμένους. Αν λοιπόν συνεχίσεις, θα ξαναρθώ και θα σε μεταμορφώσω σε άγαλμα, για να μην μπορείς να πειράζεις κανέναν πια».

«Όχι, όχι καλή μου νεράιδα. Κι εγώ αγαπώ τους δικούς μου και δε θα τους  ξαναστεναχωρήσω άλλη φορά».

«Να το θυμάσαι αυτό Χιονανθρωπάκι», του ξαναλέει η νεράιδα,
«όπως και να θυμάσαι ότι εγώ θα είμαι πάντα δίπλα σου και θα βλέπω την παραμικρή σου κίνηση και σκέψη. Ξέρεις τώρα ότι η κάμερά μου τα βλέπει όλα και τ’ ακούει όλα, έστω κι αν εσύ δεν μπορείς να τη δεις». Και αφού είπε αυτά η νεράιδα, το φίλησε τρυφερά και εξαφανίστηκε.

        Τις πρώτες μέρες το Χιονανθρωπάκι ήταν άλλος άνθρωπος. Άκουγε τη μαμά του και το μπαμπά του, τακτοποιούσε τα παιχνίδια του, φρόντιζε να μην ενοχλεί τον αδελφούλη του όταν είχε δουλειά. Όλοι σταυροκοπιόταν γύρω του γι’ αυτήν την αλλαγή.

        Γρήγορα όμως το Χιονανθρωπάκι ξέχασε και την κάμερα, και τη νεράιδα, και τις υποσχέσεις του, και καθώς μεγάλωνε, μεγάλωναν μαζί και οι φασαρίες και οι μπελάδες του. Όλα έδειχναν πως έπαιρνε όλο και περισσότερο τον άσχημο δρόμο!!!
       
        Έκανε υπομονή η καλή νεράιδα, έκανε υπομονή………………...

Ώσπου δεν άντεξε άλλο. Καταλάβαινε πως αν δεν έβαζε το χέρι της, δηλαδή…..το ραβδί της, σε λίγο θα ήταν αργά και τίποτα δε θα μπορούσε να διορθωθεί.

 Φόρεσε λοιπόν την αυστηρή της φορεσιά και τη στιγμή που το Χιονανθρωπάκι ξεχυνόταν, όπως πάντα βιαστικά στο δρόμο, χωρίς καν να προσέξει τα αυτοκίνητα που περνούσαν από μπροστά του με μεγάλη ταχύτητα, παρουσιάστηκε μπροστά του και του είπε:

«Χιονανθρωπάκι δεν κράτησες το λόγο σου. Εγώ όμως κρατώ πάντα το δικό μου».

Και λέγοντας αυτά το ακούμπησε με το μαγικό ραβδί της και το Χιονανθρωπάκι έμεινε ακίνητο στη μέση της πλατείας.

       
Ήταν Χειμώνας και το κρύο το τρυπούσε μέχρι το κόκαλο.
       
Νύχτωσε και πυκνό χιόνι άρχιζε να σκεπάζει την πλατεία. Σε λίγο το Χιονανθρωπάκι ήταν ένας σωστός χιονάνθρωπος. Ένας χιονάνθρωπος όμως μόνος, που λαχταρούσε τη ζεστασιά της μανούλας και του πατερούλη του, καθώς και τα παιχνίδια με τον αδελφούλη του.

        Το πρωί το χιόνι σταμάτησε να πέφτει και τα παιδιά της γειτονιάς ξεχύθηκαν στους δρόμους και ενθουσιάστηκαν με το μεγάλο χιονάνθρωπο της πλατείας. Άρχισαν να του πετούν χιονόμπαλες και να διασκεδάζουν μαζί του. Ένα παιδί έφερε ένα καρότο και του το έβαλε για μύτη. Ένα άλλο του φόρεσε έναν τρύπιο σκούφο κι ένα τρίτο του έμπηξε μια ξεφτισμένη σκούπα με δύναμη στην κοιλιά, για να στηριχτεί καλά.


Το Χιονανθρωπάκι πόνεσε πολύ, αλλά πιο πολύ πονούσε που έβλεπε τα άλλα παιδιά να τον κοροϊδεύουν, να τρέχουν και να παίζουν ελεύθερα. Πονούσε ακόμα γιατί τώρα καταλάβαινε πόσο είχε πληγώσει όλους που το αγαπούσαν. Ο πόνος του έφερε δάκρυα στα μάτια και μέσα σε κάθε δάκρυ καθρεφτιζόταν κι από μια αταξία του, που το είχε φέρει σ’ αυτήν την κατάσταση.

Νύχτωσε…… Το Χιονανθρωπάκι έμεινε και πάλι μόνο του. Κι έκλαιγε….. Κι έκλαιγε……


 Όχι όμως γιατί φοβόταν, αλλά γιατί στ’ αλήθεια μετάνιωνε για  τις απερισκεψίες του.

Κι ήταν τόσο ζεστά αυτά τα δάκρυα, που όπου έπεφταν το χιόνι έλειωνε.  


Πρώτα – πρώτα τα δάκρυα έλειωσαν το χιόνι από το στήθος του και το Χιονανθρωπάκι αισθάνθηκε ξανά την καρδούλα του να χτυπά.
Χαρούμενα όμως τώρα!!

Μετά τα δάκρυα έπεσαν στα ποδαράκια και στα χεράκια του.
 

και νάτο πάλι το Χιονανθρωπάκι ολόκληρο μπροστά μας.

       

   Η καλή νεράιδα που διάβαζε όλες του τις σκέψεις, εμφανίστηκε ξανά μπροστά του. Ήξερε πως το Χιονανθρωπάκι είχε βρει το δρόμο του και δεν κινδύνευε πια. Ακούμπησε με το μαγικό της ραβδί το κεφαλάκι του και η ζωή άρχισε να κυλά μέσα του.

        Το Χιονανθρωπάκι τρέχει γρήγορα στο σπίτι του και τους βρίσκει όλους αναστατωμένους με την εξαφάνισή του. Τους αγκαλιάζει και τους υπόσχεται ότι αυτή ήταν η τελευταία αναστάτωση.

Αλλά δε χρειάζεται και να τους το πει.
Η μανούλα του ξέρει να διαβάζει τα μάτια του. Και μέσα τους βλέπει ότι τώρα…… είναι σίγουρη για το ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΑΚΙ της!!!!!!!

1 σχόλιο:

  1. Μαριάνθη, έχεις δίκιο με την ημερομηνία για τον Γ. Αριστείδη. Κόλλησα με τη δική μου ημερομηνία 1863, που είναι η αρχή του εκκ. κώδικα του χωριού.
    Ευχαριστώ,
    καλή δύναμη.
    Συγχαρητήρια για τη δουλειά σου που είδα λίγη.

    Εκδόθηκε και το βιβλίο με την ιστορία του χωριού μου με τον παραπλανητικό τίτλο "Ο εκκλ. κώδικας της Λαφιώνας", επειδή τα περισσότερα στοιχεία ανήκουν σε αυτόν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή